ἄδρυα

ἄδρυα
Meaning: πλοῖα μονόξυλα, Κύπριοι. Λέγονται δε καὶ οἱ ἐν τῳ̃ ἀρότρῳ στῦλοι. Σικελοὶ δε ἄδρυα λέγουσι τὰ μῆλα, παρὰ δε Άττικοῖς ἀκρόδρυα. H. Also ἄδρυα· οἱ στῦλοι (`poles') ἀρότρου, δι' ὧν ὁ ἱστοβοεὺς ἁρμόζεται. H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] [214]
Etymology: The first seems from *ἅ-δρυα `(consisting) of one (single) tree', ἁ- \< *sm̥- and δρῦς. For the meaning `one single' cf. μώνυχες, s.v. ὄνυξ. But in the third meaning it is a variant of μάδρυα, which is non-IE (s. there), so it is probably folk-etymology (compounds with δρυ- are rare and doubtful; see DELG s.v. δρῦς). (One might consider that the kernel of these stone-fruits, in some cases, easily falls in two parts, which resemble a canoe.) - On the second part nothing can be said. - On the third see μάδρυα.
Page in Frisk: 1,22

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άδρυα — ἄδρυα, τα (Α) λέξη τού Ησυχίου με τρεις σημασίες: 1) μονόξυλα πλοία σαν τα σημερινά κανώ (Κύπριοι) 2) ακρόδρυα* σε μήλα (Σικελοί) 3) τα επάνω μέρη τού αρότρου όπου εφαρμόζει ο «ιστοβοεύς», ο ρυμός, το «τιμόνι» τού αρότρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η (1) και… …   Dictionary of Greek

  • ἄδρυα — upright pieces neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάδρυα — μάδρυα, τά (AM) κορόμηλα ή δαμάσκηνα, αγριοδαμάσκηνα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για συμφυρμό τών ἅμα + ἄδρυα (*ἁμάδρυα > μάδρυα βλ. ἄδρυα και ἅμα). Κατ άλλη άποψη, πρόκειται για δάνεια λ.] …   Dictionary of Greek

  • αδρύ — το 1. ξύλινη ή σιδερένια σφήνα που συνδέει το τιμόνι του αρότρου με τον ζυγό 2. ποιμενική ράβδος, γκλίτσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ουσ. ἄδρυον, που απαντά κυρίως στον πληθ. τὰ ἄδρυα] …   Dictionary of Greek

  • deru-, dō̆ ru-, dr(e)u-, drou-; dreu̯ǝ- : drū- —     deru , dō̆ ru , dr(e)u , drou ; dreu̯ǝ : drū     English meaning: tree     Deutsche Übersetzung: “Baum”, probably originally and actually “Eiche”     Note: see to the precise definition Osthoff Par. I 169 f., Hoops Waldb. 117 f.; in addition… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.